Οι γιαγιάδες και οι παππούδες της εκκλησίας
της Nadya Williams [1]
Στην εποχή μας, όπου η κοινωνία είναι
χωρισμένη σε ηλικιακές ομάδες, αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για τους
ηλικιωμένους πιστούς που συμβουλεύουν και επενδύουν στα παιδιά μου.
Ένα άρθρο στο Harvard Business Review
υποστήριζε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν απλώς γερνούν· γίνονται ολοένα και
πιο διαχωρισμένες ως προς την ηλικία», και ότι «ο ακραίος τρόπος με τον οποίο
έχουμε απομονώσει τους νέους σε εκπαιδευτικά ιδρύματα, τους μεσήλικες στους
χώρους εργασίας και τους ηλικιωμένους σε κοινότητες συνταξιούχων, κέντρα
ηλικιωμένων και γηροκομεία έχει σημαντικό κόστος».
Αυτό, δυστυχώς, συμβαίνει συχνά και μέσα στην
εκκλησία. Τα παιδιά περνούν τον περισσότερο χρόνο τους με συνομηλίκους:
απομακρύνονται από τη λατρεία για το «παιδικό πρόγραμμα» ή συμμετέχουν σε
ομάδες νέων, ενώ οι γονείς τους παρακολουθούν μελέτες της Βίβλου. Και ακόμη κι
όταν διαφορετικές γενιές βρίσκονται στον ίδιο χώρο, δεν αισθάνονται όλοι οι
ενήλικες άνετα —ή δεν θεωρούν ότι επιτρέπεται— να εμπλακούν ουσιαστικά με
παιδιά που δεν είναι δικά τους. Η κοινοτική παιδαγωγία έχει πλέον σχεδόν
εκλείψει.
Κι όμως, τα παιδιά μας έχουν ανάγκη από διαγενεακές σχέσεις — όχι μόνο για την υγιή ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων. Μια τέτοια κοινωνία αποτελεί μια όμορφη υπενθύμιση, όπως σημειώνει ο ποιμένας Cameron S. Shaffer στο βιβλίο Keeping Kids Christian, ότι η εκκλησία είναι τόπος για όλες τις γενιές, μαζί.
Ο Shaffer αναφέρει την εμπειρία ανδρών
μεγαλύτερης ηλικίας στην εκκλησία του, οι οποίοι έγιναν φίλοι με τον μικρό του
γιο και τον προσκαλούσαν συχνά στο τραπέζι τους κατά τις συναντήσεις μελέτης
της Βίβλου. Στη δική μου οικογένεια, η πνευματική διαπαιδαγώγηση των παιδιών
συμβαίνει συχνά στην κουζίνα της εκκλησίας.
Τις Κυριακές που χρειάζεται να βρίσκομαι νωρίς
στην εκκλησία για πρόβα της ομάδας λατρείας, ο δεκάχρονος γιος μου έρχεται μαζί
μου για να συναντήσει έναν φίλο του, έναν συνταξιούχο κύριο που ετοιμάζει
μεγάλες κατσαρόλες καφέ για να «ξυπνήσει» τους πιστούς. Ο ίδιος άνθρωπος
διδάσκει τακτικά και στο κατηχητικό του γιου μου. Τον ακούει με προσοχή, γελά
με τα αστεία του και του μαθαίνει τα δικά του, πατρικά — ή μάλλον
«παππουδίστικα» — αστεία.
Δύο γιαγιάδες στην εκκλησία μας χρησιμοποιούν
την κουζίνα με πιο οργανωμένο τρόπο. Προσκαλούν τα παιδιά της κοινότητας σε
μαθήματα μαγειρικής, στέλνοντας προσεγμένες, καλαίσθητες προσκλήσεις για το
«Μαγειρεύοντας με τις Γιαγιάδες», που πάντα καταλήγει σε ένα κοινό γεύμα με όσα
ετοίμασαν. Στο τέλος ενός πρόσφατου μαθήματος —μιας τρίωρης «μαραθώνιας»
εμπειρίας μεξικανικής κουζίνας που ολοκληρώθηκε με τηγανητό παγωτό— ένα παιδί
δήλωσε ότι δεν ήθελε να φύγει.
Ασφαλώς, αυτές είναι πρακτικές δραστηριότητες.
Ο καφές πρέπει να ετοιμαστεί, και είναι καλό τα παιδιά να μαθαίνουν τα βασικά
της μαγειρικής, το στρώσιμο του τραπεζιού και την απόλαυση ενός γεύματος χωρίς
βιασύνη. Όμως, ακόμη πιο σημαντική είναι η αυθεντική χαρά της συνύπαρξης, τόσο
των παιδιών όσο και των ηλικιωμένων. Η χαρά αυτών των «εκκλησιαστικών παππούδων
και γιαγιάδων» για τα παιδιά μου είναι αυθόρμητη και εμφανής· και αποτελεί
πολύτιμο δώρο το ότι συμβάλλουν στη διαπαιδαγώγηση των νεότερων γενεών, ώστε να
αγαπούν τον Θεό και την τοπική εκκλησία.
[1] Η συγγραφέας γράφει στο περιοδικό Christianity Today

Σχόλια