Πώς η τεχνολογία σαπίζει τον εγκέφαλο … και πώς να αντισταθούμε

Σε άρθρο του στο περιοδικό Christianity Today [1], ο Αμερικανός θεολόγος Ράσελ Μούρ, ξεκινά με μια αναφορά στην ταινία, «Υουόλ-Υ», η οποία πριν από περίπου 20 χρόνια απεικόνιζε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι ζούσαν παθητικά, καθισμένοι σε πλωτές καρέκλες, με τα σώματά τους να ατροφούν από την αδράνεια, καθώς ρομπότ αναλάμβαναν την κάθε τους ανάγκη. Kάτι ανάλογο φαίνεται να συμβαίνει σήμερα με την τεχνητή νοημοσύνη, όχι στους μυς μας αλλά στον νου μας.

Αφορμή για τον προβληματισμό αυτό του Μουρ στάθηκε μια συνομιλία του με τον David Brooks ο οποίος εξετάζει ποιοι θα ευδοκιμήσουν και ποιοι όχι στην εποχή του AI. Ο Μπρούκς απορρίπτει τη ουτοπική εικόνα που προβάλλουν κάποιοι υποστηρικτές της τεχνολογίας σύμφωνα με την οποία το AI θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από τη βαρετή πνευματική εργασία, ώστε να αφιερώνει τον υπόλοιπο χρόνο του σε δημιουργικές δραστηριότητες. Αντίθετα, η χρήση AI στην πνευματική εργασία έχει στην πραγματικότητα επιταχύνει τον ήδη πιεστικό ρυθμό της ζωής των χρηστών της. Η πνευματική ενέργεια που υποτίθεται πως «εξοικονομείται» χάρη στα εργαλεία AI δεν διατηρείται για άλλους σκοπούς, αλλά ουσιαστικά παραδίδεται και χάνεται, θεωρεί ο Μπρουκς. Ως παράδειγμα αυτής της διαδικασίας αναφέρει το GPS: εδώ και περίπου 15 χρόνια η χρήση του έχει αλλάξει τον τρόπο που προσανατολιζόμαστε όταν οδηγούμε. Αν το GPS εξαφανιζόταν ξαφνικά, πόσοι από εμάς θα μπορούσαν πραγματικά να διαβάσουν έναν χάρτη; Ο εγκέφαλός μας έχει προσαρμοστεί, και οι περισσότεροι έχουμε χάσει αυτή τη δεξιότητα. Στην περίπτωση του GPS, αυτό ίσως είναι μια αποδεκτή «ανταλλαγή». Όμως ο Brooks επικαλείται σειρά ερευνών που δείχνουν ότι όσοι χρησιμοποιούν εργαλεία AI με τον συνήθη τρόπο κινδυνεύουν να χάσουν την ικανότητα να σκέφτονται καθαρά και δημιουργικά. Ο Μπρουκς δεν είναι υπέρμαχος μιας απόλυτα αρνητικής στάσης απέναντι στην τεχνολογία, όπως συμβαίνει με φωνές που τη θεωρούν εγγενώς καταστροφική.

Αυτή η ισορροπημένη στάση είναι και ο λόγος που ο Μουρ θέλησε να συζητήσει μαζί του, καθώς ανησυχεί εξίσου τόσο για την αδιαφορία κάποιων θεσμών (εκπαίδευση, ΜΜΕ, εκκλησία) απέναντι στις προκλήσεις του AI, όσο και για την επιφανειακή και αυτοαναιρούμενη στάση εκείνων που, ενώ φαίνονται να συμφωνούν στην κριτική τους απέναντι στην τεχνολογία, το κάνουν ίσως για λάθος λόγους. Εδώ ο Μουρ εισάγει την έννοια «λαθρέμποροι και Βαπτιστές» («bootleggers and Baptists»), μια έκφραση που περιγράφει τη σχεδόν συμβιωτική σχέση που επικρατούσε στην εποχή της Ποτοαπαγόρευσης στις ΗΠΑ, ανάμεσα σε ηθικούς ακτιβιστές που ήθελαν να σταματήσουν την κοινωνική παρακμή λόγω του αλκοόλ, και σε εγκληματικά δίκτυα που ήθελαν να διατηρήσουν το μονοπώλιό τους στην παράνομη πώληση. Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και σήμερα, θεωρεί ο Μουρ, όταν μια κοινοβουλευτική πρωτοβουλία ρύθμισης των καζίνο υποστηρίζεται τόσο από θρησκευτικούς συντηρητικούς που αντιτίθενται στον τζόγο, όσο και από εταιρείες online στοιχηματισμού που θέλουν να περιορίσουν τον ανταγωνισμό.

Αν η κριτική απέναντι στο AI πηγάζει από συμφέροντα προστασίας θέσεων εργασίας, συνδυασμένα με μια υπεροπτική άρνηση ότι μια μηχανή μπορεί να διαχειριστεί λογιστικά, βαθμολογίες ή διορθώσεις τυπογραφικών λαθών εξίσου καλά με έναν άνθρωπο, τότε οι λόγοι αυτοί όχι μόνο δεν θα αποτρέψουν την απερίσκεπτη στροφή προς περιεχόμενα κατώτερης ποιότητας παραγόμενα από AI, αλλά θα την επιταχύνουν. Το διακύβευμα είναι μεγάλο για ολόκληρη την κοινωνία, προειδοποιώντας για την ανάπτυξη μιας «γνωστικής υποτάξης» («cognitive underclass»), δηλαδή ανθρώπων για τους οποίους το AI διευκολύνει βραχυπρόθεσμα τη γραφή, την ανάγνωση και τη σκέψη, οι οποίοι όμως μακροπρόθεσμα χάνουν ακριβώς αυτές τις ικανότητες που η τεχνολογία υποτίθεται πως τους βοηθά να αναπτύξουν.

Στο επίπεδο της εκκλησίας, οι πιστοί ασκούν κάποιου είδους δημιουργική δραστηριότητα —όπως το να κρατά κανείς ημερολόγιο προσευχών, προσωπικής μελέτης της Βίβλου, ή διδάσκοντας παιδιά στην εκκλησία. Τέτοια χαρίσματα δεν αφορούν μόνο τα ίδια τα άτομα αλλά ολόκληρες κοινότητες.

Ο Μουρ αναφέρει πως ο απόστολος Παύλος καλεί τους πιστούς να προσφέρουν τα σώματά τους ως «ζωντανή θυσία» και αμέσως μετά τους καλεί να αντισταθούν στη συμμόρφωση με την εποχή τους μέσω της «ανανέωσης του νου» (Ρωμ. 12:1-2). Ο «νους» εδώ δεν αφορά μόνο τη λογική, αλλά και τη φαντασία, τη διαίσθηση, τα συναισθήματα και την προσοχή. Ο Παύλος καθιστά σαφές ότι αυτό δεν είναι απλώς ατομική προτροπή· κάθε άνθρωπος, με τα χαρίσματα και τις ικανότητές του, καλείται να υπηρετήσει το υπόλοιπο σώμα, την εκκλησία, καθώς είμαστε «μέλη ο ένας του άλλου». Αν κάποιος αναθέτει τη σκέψη του σε μια μηχανή, ή αφήνει να ατροφήσουν χαρίσματα που θα έπρεπε να καλλιεργούνται μέσα από την πρακτική και τη δυσκολία, δεν περιορίζει απλώς τις δυνατότητές του, αλλά παραμελεί κάτι που προορίζεται να χτίσει με τρόπους που δεν μπορεί ακόμη να φανταστεί.

Η φροντίδα αυτή απαιτεί κάποια δυσφορία και συνειδητή προσπάθεια. Ο Μουρ προτείνει, για παράδειγμα, όταν κάποιος νιώθει την παρόρμηση να ελέγξει το κινητό του ενώ μελετά τη Βίβλο, να αναγνωρίσει τη στιγμή και να προσευχηθεί γι' αυτήν, ή, όταν συναντά ένα δυσνόητο χωρίο, να αντισταθεί στον πειρασμό να αναζητήσει αμέσως απάντηση και να αφήσει την απορία να «καθίσει» για λίγο. Περιγράφει επίσης πώς συχνά η σκέψη ξεδιπλώνεται καλύτερα όχι όταν κάποιος αναζητά συνειδητά μια απάντηση, αλλά όταν απαντά αυθόρμητα σε μια ερώτηση κάποιου άλλου — μια κατάσταση όπου ένα μέρος του νου ασχολείται με την απάντηση ενώ η προσοχή στρέφεται προς τα έξω. Αυτό συνδέεται με τον λόγο του Ιησού προς τους μαθητές του ότι, όταν θα οδηγηθούν ενώπιον των αρχών, δεν χρειάζεται να προετοιμάσουν εκ των προτέρων την υπεράσπισή τους, γιατί το Πνεύμα θα τους δώσει λόγια «εκείνη την ώρα» — κάτι που όμως δεν σημαίνει ότι η απάντηση προκύπτει από το πουθενά, αφού ο Ιησούς επικαλείται συνεχώς προϋπάρχουσα γνώση της Παλαιάς Διαθήκης.

Η τεχνολογία είναι μέρος της ανθρώπινης εφευρετικότητας που αντανακλά τον Θεό, και, σύμφωνα με το Α Τιμ. 4:4, τίποτα δημιουργημένο από τον Θεό δεν πρέπει να απορρίπτεται όταν λαμβάνεται με ευχαριστία· ταυτόχρονα, όμως, υπερβολικά αυστηρές απαγορεύσεις δεν έχουν πραγματική αξία απέναντι στην επιθυμία της σάρκας. Η τεχνολογία, ωστόσο, θα μας οδηγήσει να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε, να προσέχουμε και να ανανεώνουμε τον νου μας.

Το να αγαπάς σημαίνει, εν μέρει, να διαφυλάττεις την ικανότητά σου να σκέφτεσαι, να αισθάνεσαι και να δημιουργείς, δίνοντας προσοχή στο πού προσπαθεί η εποχή να σε τραβήξει, και χαράσσοντας συνειδητά έναν διαφορετικό, πιο απαιτητικό δρόμο, επειδή ο νους μας δεν μας ανήκει —αγοράστηκε με τίμημα— και οφείλουμε να τον φυλάττουμε.



[1]      Russel Moore, „How to Stop Technology from Rotting Your Brain” (Πώς να σταματήσετε την τεχνολογία από το να σαπίζει τον εγκέφαλό σας), περιοδικό Christianity Today, 5 Αυγούστου 2026, https://www.christianitytoday.com/2026/08/stop-technology-rotting-your-brain/.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι γιαγιάδες και οι παππούδες της εκκλησίας

Τα παιδιά, οι καλύτεροι απολογητές;

Τα κοινωνικά δίκτυα και η αιωνιότητα